ἐρευθαλέος Save ἐρευθαλέος, ruddy LSJ Pape ἐρευθ-ᾰλέος, η, ον, (ἔρευθος) ruddy, Nonn. D. 12.329, 359. ἐρευθαλέος, rot, Nonn. D. 12.359.