ἐρευνητήρ Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐρευν-ητήρ, ῆρος, ὁ, = sq., Nonn. D. 2.25. ἐρευνητήρ, ῆρος (ὁ) c. le suiv. Nonn. D. 2, 25. ἐρευνητήρ, ῆρος, ὁ, = ἐρευνητής, Nonn. D. 2.15.