ἐρεύθημα
ἐρεύθημα, redness
ἐρεύθ-ημα, ατος, τό,
- redness, Gal. 19.433.
ἐρεύθημα, ατος (τὸ) rougeur, Gal. 2, 268.
Étym. ἐρευθέω.
ἐρεύθημα, τό, = ἐρύθημα, Galen.
ἐρεύθημα, redness