ἐρευνήτρια Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐρευν-ήτρια, ἡ, fem. of foreg., Corn. ND 10. ἐρευνήτρια, ας, fém. d’ἐρευνητήρ, Corn. 10. ἐρευνήτρια, ἡ, fem. zu ἐρευνητής, Cornut. 10.