ἐριοπώλιον
ἐριοπώλιον, woolshop
ἐριο-πώλιον, τό,
- woolshop, in pl., Zeno Stoic. 1.58, J. BJ 5.8.1.
ἐριο·πώλιον, ου (τὸ) marché aux laines, Jos. B.J. 5, 8, 1 ; Clém. 297.
Étym. ἔ. πωλέω.
ἐριοπώλιον, τό, der Wollmarkt, Jos. u. a.Sp.