ἐρίνεος
ἐρίνεος, of wool, woollen
ἐρίνεος [ῐ], α, ον, Ion. also εἰρίνεος, η, ον,
- woollen, κιθών, εἵματα, πῖλοι εἰρ., Hdt. 1.195, 2.81, 4.73; τρυχία, προσκεφάλαιον, Hp. Art. 78, Fract. 16 (ἐρ- codd., but εἰρ- Acut. 21); cf. Att. ἐρεοῦς.
ἐρίνεος, ion. εἰρίνεος, η, ον [ῑ] de laine, Hdt. 1, 195 ; 2, 81 ; 4, 73 ; Hpc. Art. 837, Fract. 763.
Étym. ἔριον.
ἐρίνεος, wollen, von Wolle (ἔριον). Hippocr.
ἐρίνεος
ἐρίνεος (ῐ), η, ον
ἔριον
- of wool, woollen, Hdt.