ἐριοκάρτης
ἐριοκάρτης, shearer
ἐριο-κάρτης, ου, ὁ, (κείρω)
- shearer, PFlor. 71.438, al. (iv A. D.); perh. cf. ἐριωκαίτης, ἐριωκέδης, PTeb. 401.1, 16 (i A. D.).