ἐριοκόμος
ἐριο-κόμος, ὁ,
- = ἐριουργός, Hdn. Philet. p.449 P.; cf. εἰροκόμος.
ἐριο·κόμος, ος, ον, c. ἐριουργός, Hdn gr. Philet. p. 407 Pierson.
Étym. ἔριον, κομέω.
ἐριοκόμος, ὁ, = ἐριουργός, Sp.