ἐριουργικός
ἐριουργικός, for wool-work
ἐριουργ-ικός, ή, όν,
- for wool-work, [σφόνδυλος] ib. 110.
ἐριουργικός, ή, όν, die Wollarbeit betreffend, Sp.
ἐριουργικός, for wool-work