ἐφόδιος
ἐφόδιος, for a journey
ἐφόδ-ιος, ον,
- for a journey, εὐχαί EM 348.43.
- II on the road, accessible, BGU 1116.8 (i B. C.).
ἐφόδιος, ion. ἐπόδιος, auf den Weg, zur Reise nötig, τὸ ἐφόδιον, Reisevorrat, Reisegeld, bes. im plur., ἐπόδιά σφι δοῦναι Her. 4.203, wie Lys. 12.11 u. Plat. Ep. VII.350b ; ἐφόδιʼ οὐκ ἔχω Ar. Ach. 53 ; καὶ ἀργύριόν τι ῥητὸν ἔχοντες ἐφόδιον Thuc. 2.70 ; ἐφοδίων ἀπορεῖν Lys. 16.14 ; ἐφόδια τοῖς ἵπποις Andoc. 4.30 ; τὰ τῆς φυγῆς ἐφόδια Aesch. 1.172 ; Unterhaltungskosten eines Heeres im Kriege, διʼ ἀπορίαν ἐφοδίων τοῖς στρατευομένοις Dem. 3.20 ; vgl. Thuc. 6.31 ; τὰ ἐφόδια τοῦ πολέμου Arist. rhet. 3.10 ; übh. Beförderungs-, Hilfsmittel wozu, τὴν Ἰλιάδα τῆς πολεμικῆς ἀρετῆς ἐφόδιον ὀνομάζει Plut. Alex. 8 ; εἰς ἀνδρείαν Hdn. 2.10.11 ; Luc. u. a.Sp.