ἐϋκλήϊς
ἐϋκλήϊς, well-closed, close-shut
ἐϋκλήϊς [ῑ], ῑδος, ἡ, Ep. for foreg.,
- well-closed, close-shut, θύρη . . ἐϋκλήϊς, ἀραρυῖα Il. 24.318 Aristarch. (ἐῢ κληῗσʼ (dat. pl.) Trypho).
ἐϋκλήϊς, ῑδος, wohl verschlossen, θύρη Il. 24.318 (Wolf ἐϋκληΐς, Bekker ἐῢ κληῖσʼ ἀραρυῖα).
ἐϋκλήϊς , ῖδος (κληίω): close - shutting, Il. 24.318†.