εὔκισσος
εὔκισσος, ivied
εὔκισσος, ον,
- ivied, Ἑλικών AP 7.407 (Diosc.).
εὔ·κισσος, ος, ον, au beau lierre, Anth. 7, 407.
Étym. εὖ, κισσός.
εὔκισσος, epheureich, Ἑλικών Diosc. 25 (VII.407).
εὔκισσος
εὔ-κισσος, ον
- ivied, Anth.