ἑξακισχιλιοστός
seismilésimo
ἔτος
• subst. τὸ ἑξακισχιλιοστόν la seismilésima parte
τῆς μονάδος
ἑξακισχιλιοστός, der Sechstausendste, Sp.
seismilésimo
ἔτος
• subst. τὸ ἑξακισχιλιοστόν la seismilésima parte
τῆς μονάδος