ἐξαιτραπεύω Save ἐξαιτραπεύω, to be a satrap LSJ DGE ἐξαιτρᾰπ-εύω, = ἐξαιθραπεύω, to be a satrap, prob. in SIG 134.3 (Milet., iv B. C.). ἐξαιτραπεύω v. σατραπεύω.