ἑξακοσιοστός
ἑξακοσιοστός, six hundredth
ἑξᾰκοσι-οστός, ή, όν,
- six hundredth, LXX Ge. 7.11.
sexcentésimo
ἔτος
τὸ ἑ. μέρος τοῦ ... κύκλου
ἑξακοσιοστός, ή, όν [ᾰ] six-centième, Spt. Gen. 7, 11 ; 8, 13.
Étym. ἑξακόσιοι.
ἑξακοσιοστός, der sechshundertste, Sp.