ἐξακριβάζω
ἐξακριβάζω, know accurately
ἐξακρῑβ-άζω,
- know accurately, τὰ νόμιμα J. AJ 19.7.4:—Med., LXX Nu. 23.10, al.
1 seguir escrupulosamente, cumplir con exactitud
τὰ νόμιμα
τῆς ... χώρας τοὺς τρόπους
2 en v. med. escudriñar, examinar en detalle, rastrear
τίς ἐξηκριβάσατο τὸ σπέρμα Ιακωβ
ἐπεὶ δὲ πάντα ἐξακριβάζῃ
ἐξ·ακριβάζω [ῑ] c. ἐξακριβόω, Jos. A.J. 19, 7, 4 ||
Moy. m. sign. Spt. Num. 23, 10 ; Job 28, 3.
ἐξακριβάζω, [ῑ], = ἐξακριβόω, Sp.