ἠπιάλης
ἠπιάλης, nightmare
ἠπῐᾰλ-ης, ητος, ὁ,
- = ἐφιάλτης, nightmare, personified in Sophr. 68: acc. Ἠπιάλητα Id. 70: -όλης Hdn.Gr. 2.518; cf. sq. [ἠπίαλος]
ἠπιάλης, ητος (ὁ) [ᾰ] démon incube, cauchemar, Sophr. 72 Ahrens (Hdn gr. p. 561, 17).
Étym. cf. ἐφιάλτης.
ἠπιάλης, ητος, ὁ, = ἐφιάλτης, der Alp ; Sophron. bei Eust. B.A. 42 erkl. ὁ ἐπιπίπτων καὶ ἐφέρπων τοῖς κοιμωμένοις δαίμων.