Ἠπειρωτικός Save Ἠπειρωτικός, of Epiros Bailly 2024 Ἠπειρωτικός, ή, όν, d’Épire, Thc. 3, 102 ; Arstt. Pol. 8, 4 ; Diosc. 1, 163. Étym. Ἠπειρώτης, v. ἠπειρώτης; cf. le préc.