ἡμιέργαστος
ἡμιέργαστος, half-wrought, half-completed
ἡμι-έργαστος, ον,
- half-wrought, half-completed, ὕλη Gal. 5.538:—also ἡμιεργής, ἡμίεργος.
ἡμι·έργαστος, ος, ον, à demi travaillé (bois) Gal. Hipp. et Plat. 1, p. 527 éd. W. Müller.
Étym. ἡμι-, ἐργάζομαι.