ἡμιέτης
ἡμιέτης, of half a year
ἡμι-έτης, ες, (ἔτος)
- of half a year, ἡμιέτες, καὶ ἡ. χρόνος Poll. 1.54.
ἡμιέτης, χρόνος, = ἡμίετες, τό, Halbjahr, Poll. 1.54.
ἡμιέτης, of half a year