ἡμίξεστον
ἡμίξεστον, half-ξέστης (liquid measure)
ἡμί-ξεστον, τό,
- half-ξέστης (Alexandrian, acc. to Diph.Siph. ap. Ath. 3.121b), Dsc. 1.25, Hippiatr. 100, Sch. Ar. Pl. 436.
ἡμί·ξεστον, ου (τὸ) demi-setier, Diosc. 1, 14.
Étym. ἡμι-, ξέστης.
ἡμίξεστον, τό, u. ἡμιξέστιον, τό, halber ξέστης, Schol. Ar. Plut. 436, 737 ; VLL.