Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡμίοπλος
ἡμίοπλος, half-armed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡμίναυον
ἡμινεοτελής
ἡμίνηρος
ἡμίξενος
ἡμίξεστον
ἡμίξηρος
ἡμιξύρητος
ἡμιοβόλιον
ἡμιόγδοον
ἡμιόδελος
ἡμιόδιον
ἡμιόδιος
ἡμιολία
ἡμιολιασμός
ἡμιολίζω
ἡμιόλιος
ἡμιολίς
ἡμιολίως
ἡμιόλκιον
ἡμίολος
ἡμιονάγριον
ἡμιόνειος
ἡμιονηγός
ἡμιονικός
ἡμιόνιον
ἡμιονίς
ἡμιονίτης
ἡμιονῖτις
ἡμιονόκουρος
ἡμίονος
ἡμίοπλος
ἡμίοπος
ἡμίοπτος
ἡμιούγγιον
ἡμιουγκιαῖος
ἡμιούγκιον
ἡμιουδαῖος
ἡμιπαγής
ἡμιπαθής
ἡμιπαίδευτος
ἡμιπαχής
ἡμιπέλεκκον
ἡμιπέπανος
ἡμιπέπειρος
ἡμίπεπτος
ἡμιπέπων
ἡμιπέρσης
ἡμιπήχειον
ἡμιπήχιον
ἡμιπηχυαῖος
ἡμίπηχυς
ἡμίπλαστος
ἡμίπλεθρον
ἡμίπλεκτος
ἡμίπλευρος
ἡμίπλεως
ἡμιπληγής
ἡμιπληγία
ἡμιπλήξ
ἡμιπληξία
ἡμιπλήρης
…
ἡμίοπλος
Save
ἡμίοπλος, half-armed
LSJ
ἡμί-οπλος, ον,
half-armed,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}