ἰλυσπαστικός
ἰλυσπαστικός, of or for crawling
ἰλυσπ-αστικός, ή, όν,
- of or for crawling, Arist. HA 487b21.
ἰλυσπαστικός, ή, όν [ῑλ] qui se déroule en anneaux, Arstt. H.A. 1, 1, 20.
Étym. ἰλυσπάομαι.