ἱμαλιά Save Pape ἱμαλιά, ἡ, Uebermaß an Mehl, VLL ἐπίμετρον τῶν ἀλεύρων ; nach Hesych. auch ὁ ἀπὸ τῶν ἀχύρων χνοῦς καὶ περιουσία, also übh. Ueberfluß.