ἷμα Save LSJ Bailly 2024 Pape ἷμα, ατος, τό, = εἷμα, Hsch. ἷμα, ατος (τὸ) c. εἷμα, Hsch. Étym. cf. ἱμάτιον. ἷμα, τό, = εἷμα, Hesych.