ἱμαντομάχος
ἱμαντομάχος, fighting with the caestus
ἱμαντο-μάχος [μᾰ], ον,
- fighting with the caestus, Orac. in Tz. H. 7.422.
ἱμαντο·μάχος, ος, ον [ῐμᾰχ] qui combat avec le ceste, Oracl. (Tzetz. Hist. 7, 421).
Étym. ἱμάς, μάχομαι.