ἱμαντάριον
ἱμαντάριον, halyard
ἱμαντ-άριον [ῐ], τό,
- Dim. of ἱμάς, BCH 29.536 (Delos, ii B.C.), POxy. 326 (i A.D.).
- 2 halyard, Hsch.
ἱμαντάριον, τό, dim. von ἱμάς, Hesych.