ἱστοριογραφέω
ἱστοριογραφέω, write history
ἱστοριογρᾰφ-έω,
- write history, D.H. Th. 42.
ἱστοριογραφέω-ῶ [ᾰ] écrire l’histoire, DH. Thuc. 42.
Étym. ἱστοριογράφος.
ἱστοριογραφέω, Geschichte schreiben, Dion.Hal. Thuc. 42.