ἱστοριογραφικός
ἱστοριογρᾰφ-ικός, ή, όν,
- = ἱστορικός II, Sch. D.T. p.167 H.
ἱστοριογραφικός, ή, όν, zur Geschichtschreibung gehörig ; ἡ ἱστ., die Kunst, Geschichte zu schreiben, B.A. 734.1.