ὀκτωκαιδεκέτις Save Bailly 2024 Pape ὀκτωκαιδεκ·έτις, ιδος, adj. f. c. le préc. Luc. Tox. 24 ; Anth. 7, 167. ὀκτωκαιδεκέτις, ιδος, ἡ, fem. zu ὀκτωκαιδεκέτης ; Luc. Tox. 24 ; Diosc. 32 (VII.167).