ὀκτωκαιδεκαπλάσιος
ὀκτωκαιδεκαπλάσιος, eighteen-fold
ὀκτωκαιδεκα-πλάσιος [πλᾰ], ον,
- eighteen-fold, Aristarch.Sam. 7, Placit. 2.31.2, Plu. Fac.lun. 2.925c, Procl. Hyp. 4.107:—also ὀκτωκαιδεκα-πλᾰσίων, ον, gen. ονος, Archim. Aren. 1.9.