ὀκτωκαιδεκαπλασίων Save Bailly 2024 Pape ὀκτωκαιδεκα·πλασίων, ων, ον, gén. ονος, 18 fois plus grand, Plut. M. 892b, 925c, etc. Étym. ὀκτωκαίδ. -πλασίων. ὀκτωκαιδεκαπλασίων, ονος, achtzehnfach ; Plut. plac.phil. 2.31, fac. orb. lun. 10.