ὀκτωκαιδεκέτης
ὀκτωκαιδεκέτης, eighteen years old
ὀκτωκαιδεκέτης, ες (also ὀκτωκαι-δεχέτης Supp.Epigr. 4.190 (Halic., iv B. C.)),
- eighteen years old, D. 40.4, Theoc. 15.129:—fem. ὀκτωκαιδεκᾰτ-έτις, ιδος, AP 7.167.
ὀκτωκαιδεκ·έτης, ης, ες, acc. έτη, qui a 18 ans, Dém. 1009, 13 ; Thcr. Idyl. 15, 129 ; Luc. D. mort. 27, 7, etc.
Étym. ὀκτωκαίδεκα, ἔτος.
ὀκτωκαιδεκέτης, ὁ, oder -ετής, ές, achtzehnjährig ; Dem. 40.4 (im accus. -κέτη); DC. 44.4.
ὀκτωκαιδεκέτης
ὀκτωκαιδεκ-έτης, ου, ὁ,
ἔτος
- eighteen years old, Dem., Theocr.:—fem. έτις, ιδος, Luc.