ὀλβοδότις Save Bailly 2024 Pape ὀλβο·δότις, ιδος, adj. f. c. ὀλβοδότειρα, Orph. H. 26, 9. ὀλβοδότις, ιδος, ἡ, fem. zu ὀλβοδότης, Orph. H. 26.9.