ὀρίπλαγκτος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὀρι-πλαγκτος, ον, v. ὀρείπλαγκτος. ὀρί·πλαγκτος, ος, ον, c. ὀρείπλαγκτος, Opp. C. 3, 224, etc. ὀρίπλαγκτος [ὄρος, πλάζω] door de bergen zwervend. ὀρίπλαγκτος, f.l. statt ὀρείπλαγκτος.