ὁρκιητόμος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὁρκ-ιητόμος, ὁρκ-ιηφόρος, v. ὁρκιοτόμος. ὁρκιη·τόμος, ος, ον, qui conclut une convention avec serment, Dysc. Adv. p. 602, 24. ὁρκιητόμος, ion. = ὁρκιοτόμος, Poll. 1.38.