ὀρινοβάτης
ὀρινοβάτης, mountain
ὀρινοβάτης (sc. γαστραφέτης), ου, ὁ,
- the mountain stomach-bow, Bito 64.4.
ὀρινοβάτης, ὁ, eine Art Maschine, Bito, Mechan. vett.
ὀρινοβάτης, mountain