ὀρεσικοίτης
ὀρεσῐ-κοίτης, ου,
- = ὀρειλεχής, Sch.rec. S. OT 1100; ὀρεσίκοιτος, ον, gloss on ὀρεσκῴοισιν, Hsch.
ὀρεσικοίτης, ὁ, = ὀρεσίκοιτος, Schol. Soph. O.R. 1091.