ὀρέσσαυλος
ὀρέσσαυλος, mountain-dwelling
ὀρέσσαυλος, ον,
- = ὀρείαυλος, APl. 16.233 (Theaet.), Coluth. 107.
ὀρέσσ·αυλος, ος, ον, c. ὀρείαυλος, A. Pl. 233, 1 ; Col. 105.
ὀρέσσαυλος, = ὀρείαυλος ; χίμαιρα, Coluth. 107 ; Ἠχώ, Theaet.Schol. 3 (Plan. 233); δίφρος, Nonn. D. 11.63, öfter.
ὀρέσσαυλος
ὀρέσσ-αυλος, ον,
αὐλη
- mountain-dwelling, Anth.