ὀρεσιδρόμος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρεσῐ-δρόμος, ον, = ὀρειδρόμος, Nonn. D. 2.442, 32.134. ὀρεσι·δρόμος, ος, ον, c. ὀρειδρόμος, Nonn. D. 2, 442, etc. ὀρεσιδρόμος, = ὀρειδρόμος, Ἰνώ, Nonn. D. 10.79, oft.