ὀρεσσιβάτης
ὀρεσσιβάτης, mountain roaming
ὀρεσσῐ-βάτης [ᾰ], ου, ὁ, poet. for *ὀρεσιβάτης,
- mountain-roaming, Πανὸς ὀρεσσιβάτα (Dor. gen.) S. OT 1100 (lyr.), cf. Ant. 350 (lyr.).
ὀρεσσι·βάτης, ου [ῐᾰ] adj. m. c. ὀρειβάτης, Soph. O.R. 1100, Ant. 350 ; Anth. 7, 578 ||
➳ Gén. dor. -βάτα [τᾱ] Soph. ll. cc.
ὀρεσσιβάτης, ὁ, = ὀρειβάτης ; Πάν, Soph. O.R. 1100 ; θήρ, Ant. 349 ; ταρσός, Agath. 92 (VII.578).
ὀρεσσιβάτης
ὀρεσσῐ-βάτης, ου, ὁ,
poetic for ὀρεσιβάτης
- mountain roaming, Soph.