ὀρεσσινόμος
ὀρεσσῐ-νόμος, ον,
- = ὀρεινόμος, Hes. Sc. 407, Nonn. D. 28.25.
ὀρεσσινόμος, = ὀρεινόμος, Hes. Sc. 407, αἴξ.
ὀρεσσινόμος
ὀρεσσῐ-νόμος, ον,
= ὀρεινόμος, Hes.