ὀρεσσιδρόμος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρεσσῐ-δρόμος, ον, = ὀρεσιδρόμος, Orph. A. 21. ὀρεσσι·δρόμος, ος, ον, c. ὀρεσιδρόμος, Orph. Arg. 21. ὀρεσσιδρόμος, = ὀρεσιδρόμος, Orph. Arg. 21.