ὀρεσίφοιτος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρεσῐ-φοιτος, ον, = ὀρείφοιτος, Corn. ND 34. ὀρεσί·φοιτος, ος, ον, c. ὀρείφοιτος, Corn. 34. ὀρεσίφοιτος, = ὀρείφοιτος, Cornut. de nat. deor. c. 34.