ὀρεσσιπόλος Save LSJ Pape ὀρεσσῐ-πόλος, ον, = ὀρεοπόλος, Nonn. D. 13.137, prob. cj. ib. 14.250. ὀρεσσιπόλος, = ὀρεοπόλος, Nonn. D. 13.137.