ὀριδρόμος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρι-δρόμος, v. ὀρειδρόμος. ὀρι·δρόμος, ου (ὁ, ἡ) qui court à travers les montagnes, Nonn. D. 5, 229. Étym. ὄρος, δραμεῖν. ὀριδρόμος, f.l. statt ὀρειδρόμος.