ὀριγανίς
ὀρῑγᾰν-ίς, ίδος, ἡ,
- = μᾶρον, Ps.-Dsc. 3.42; but ὀρίγανις, εως, Lycus ap. Orib. 9.34.4.
ὀριγανίς, ίδος (ἡ) [ῑγᾰ] c. ὀρίγανος, Diosc. 3, 49.
ὀριγανίς, [ρῑ], ίδος, ἡ, = ὀρίγανος, Diosc.