ὀριβάτης Save Bailly 2024 Pape ὀρι·βάτης, ου [ῑᾰ] adj. m. c. ὀρειβάτης, Ar. Av. 276. ὀριβάτης, ὁ, = ὀρειβάτης, Ar. Av. 276.