ὄρουσις
ὄρουσις, εως, ἡ, (ὀρούω)
- = ὅρμησις, ὁρμή, defined as φορὰ διανοίας ἐπί τι μέλλον, Stoic. 3.40; prob. cj. in Ph. 1.602 for ἔρυσιν.
ὄρουσις, εως (ἡ) élan, essor, Phil. 1, 602, etc. ; élan de la pensée, Stob. Ecl. eth. p. 162.
Étym. ὀρούω.
ὄρουσις, ἡ, = ὅρμησις, bes. bei den Stoikern, φορὰ διανοίας ἐπί τι μέλλον, Clem.Al.; Stob. ecl. 162.