ὀρυζοτροφέω
ὀρυζοτροφέω, grow rice
ὀρυζοτροφέω,
- grow rice, Str. 17.3.23.
ὀρυζο·τροφέω-ῶ, produire du riz, Str. 838.
Étym. ὄρυζα, -τροφος de τρέφω.
ὀρυζοτροφέω, Reis ziehen, Strab. XVII.1196.
ὀρυζοτροφέω, grow rice